αναπτερώνομαι


αναπτερώνομαι
αναπτερώνομαι, αναπτερώθηκα, αναπτερωμένος βλ. πίν. 36

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακουφίζω — (Α ἀνακουφίζω) 1. λιγοστεύω το βάρος κάποιου πράγματος, ελαφρώνω, ξαλαφρώνω 2. σηκώνω, ανασηκώνω νεοελλ. Ι. ενεργ. 1. ελαφρώνω κάποιον από τα βάρη του, τις υποχρεώσεις ή τις οικονομικές δυσχέρειες, συντρέχω, βοηθώ, ενισχύω 2. απαλλάσσω κάποιον… …   Dictionary of Greek